Αρχική » Ιστορία » ΠΕΡΙΟΔΟΣ Η' » 
ΠΕΡΙΟΔΟΣ Η' - ΑΠΟ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΕΦΕΥΡΕΤΩΝ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΓΡΑΦΙΚΗΣ ΜΕΘΟΔΟΥ ΜΕΧΡΙ ΤΩΝ ΚΑΘ' ΗΜΑΣ ΧΡΟΝΩΝ (1814-1900 μ.Χ.)

Η καθιέρωσις της νυν εν χρήσει παρασημαντικής ή μεθόδου.

Τω 1814 oι τρεις μουσικοί, Χρύσαν0ος αρχιμανδρίτης, Γρηγόριος ο Λαμπαδάριος και ο ιεροψάλτης Χουρμούζιος κατιδόντες την ανάγκην ριζικής μεταρρυθμίσεως της παρασημαντική Πέτρου του Πελοποννησίου, και της διορθώσεως πασών των ενυπαρχουσών ελλείψεων εν τη μουσική, συνειργάσθησαν επιστημονικώς και α) ώρισαν εκ της Ευρωπαϊκης όμως μουσικής δανεισθέντες, την καταμέτρησιν του εν τη μελωδία δαπανωμένου χρόνου, τουθ’όπερ ανεπλήρουν oι αρχαίοι Έλληνες διά των μακρών και βραχέων ποδών και διά του ρυθμού· β) ώρισαν διά των κλιμάκων των τόνων τα διαστήματα· γ) κατέστρωσαν τας μουσικάς θέσεις ολογράφους, και δ) αντικατέστησαν τα πολύφθογγα του Τροχού διά των μονοσυλλάβων και μονοφθόγγων, κατά μίμησιν του Πυθαγόρου και του Μεδιολάνων ιερού Αμβροσίου, ων ο πρώτος συγκροτήσας το Διαπασών σύστημα χρήσιν εποιήσατο εν τη Παραλλαγή των μονοσυλλάβων φθόγγων τε, τα, τη, τω, οίτινες ήσαν εν χρήσει μέχοι του Δ΄μ.Χ. αιώνος, ότε ο ιεράρχης Μεδιολάνων εχρήσατο τοις ακολούθοις μονοσυλλάβοις φθόγγοις της ιδίας αυτού μεθόδου νε, ου, τως, ουν, α, να, βαι, νε, ον, τω, και, κα, τα, βαι, νε. Τους φθόγγους τούτους μετέτρεψεν ο Guy d’Arezzo (1023-1036) εις τους ut (do), re, mi, fα, sol, la, si, oι δε τρεις διδάσκαλοι, αντί της εν χρήσει τότε πολυσυλλάβου Παραλλαγής, εισήγαγον την μονοσύλλαβον Παραλλαγήν πα, βου, γα, δι, κε, ζω, νη, πα. Οι τρεις~διδάσκαλοι εκ των αρχαιοτέρων χαρακτήρων άλλους μεν ως εύχρηστους ετήρησαν, άλλους δε ως άχρηστους απέβαλον, και άλλους νέους ως αναγκαίονς προσέθηκαν. Εκ των αχρόνων υποστάσεων της αρχαίας παρασημαντικής διετήρησαν επτά χαρακτήρας της ποιότητος, την Βαρείαν, το Ομαλόν, το Αντικένωμα, το Ψηφιστόν, το Έτερον, τον Σταυρόν και το Ένδόφωνον. Αι παραληφθείσαι δε υποστάσεις, η Οξεία, το Πελαστόν, το Κούφισμα, ο Σύνδεσμος και το Κρατημοϋπόρροον δεν παρίστων τρόπον εξαγωγής φθόγγων, ως αι μνημονευθείσαι επτά, αλλ’ήσαν σημαντικαί μέλους ολοκλήρου. Εκτός των ανωτέρω υποστάσεων, oι τρεις διδάσκαλοι απέβαλον εκ της αρχαίας μεθόδου και τας εξής υποστάσεις, σημαντικάς ουχί ποσότητος, αλλ’ούτε ποιότητος. Kαι άλλων μεν χρήσις εγίνετο εν τη χειρονομία, άλλων δε προς πλατυασμόν των μελών. Ιδού δε αι 37 αύται υποστάσεις: Παρακλητική, Σταυρός, Επέγερμα, Σύναγμα, Έσω θεματισμός, Έξω θεματισμός, Χόρευμα, Ουράνισμα, Σείσμα, Θες και απόθες, Θέμα απλούν, Τρομικόν, Εκστρεπτόν, Τρομικόν σύναγμα, Ψηφιστόν σύναγμα, Παρακάλεσμα, Έτερον, Ψηφιστόν παρακάλεσμα, Ημίφωνον, Ημίφθορον, Έναρξις, Κράτημα, Κύλισμα, Αντικενωκύλισμα, Λύγισμα, Κλάσμα, Ξηρόν κλάσμα, Αργοσύνθετον, Γοργοσύνθετον, Πίεσμα, Βαρεία, Διπλή, Γοργόν, Αργόν, Ομαλόν, Ψηφιστόν, και Απόδομα ή Απόδερμα ή Απόδοσις. Και εν γένει oι τρείς διδάσκαλοι καθυπέβαλον εις κανόνας σταθερούς την τότε ακανόνιστον θεωρουμένην μουσικήν.

Εις την νέαν ταύτην παρασημαντικήν ή μέθοδον, ως απεκλήθη αυτή τότε, μετηνέχθησαν πάντα τα αρχαιότερα μέλη της Εκκλησίας τα αποτελούντα την εγκύκλιον μουσικήν σειράν, oίoν το σύντομον Στιχηράριον εν γένει, το Ειρμολόγιον εν γένει, το Κρατηματάριον, το Οικηματάριον, το αργόν Στιχηράριον, η Παπαδική και το Μαθηματάριον· προσέτι ηρμήνευσαν και ολόκληρα μουσικά βιβλία, ως τα Άπαντα Ιωάννου του Δαμασκηνoύ, τα Άπαντα Ιωάννου του Γλυκέως, τα Άπαντα Ιωάννου του Κουκκουζέλη, τα Άπαντα Ιωάννον του Κλαδά, τα Άπαντα Γερμανού του Νέων Πατρών, τα Άπαντα Μανουήλ Χρυσάφου του νέου, τα Άπαντα Πέτρου του Μπερεκέτου, τα Άπαντα Δανιήλ του Πρωτοψάλτου, τα Άπαντα Πέτρου του Πελοποννησίου, τα Άπαντα Ιακώβου του Πελοποννησίου, την Παπαδικήν Πέτρου Πρωτοψάλτου του Βυζαντίου, τα Άπαντα Μανουήλ του Πρωτοψάλτου και άλλων ποιητών' από του Ιωάννου του Δαμασκηνού άχρι Γεωργίου του Κρητός ακμασάντων.

Ήδη ιδρύεται εν Κων/πόλει και ειδική Σχολή της Εκκλησιαστικής Μουσικής, εν η επί τη βάσει της νέας παρασημαντικής εδιδάσκετο αυτή υπό έποψιν μεν πρακτικήν παρά του Γρηγορίου και Χουρμουζίου, υπό έποψιν δε θεωρητικήν παρά του Χρυσάνθου, ου τό «Μέγα Θεωρητικόν της Μουσικής» εδημοσίευσεν ο εκ τών μαθητών αυτού Παναγιώτης Πελοπίδας ο Πελοποννήσιος τω 1832. Οι μαθηταί της σχολής ταύτης διασπαρθέντες εις τας διαφόρους επαρχίας της Τουρκίας διέδωκαν την νέαν παρασημαντικήν, ήτις εγένετο ευπρόσδεκτος, ου μόνον διότι ήτο οπωσδήποτε τελειοτέρα και μάλλον εύχρηστος της τέως εν χρήσει τοιαύτης, αλλά και διότι υπ’αυτήν ήρξαντο εκδιδόμεναι τύποις διάφοροι συλλογαί εκκλησιαστικών μελών ούτω απηλλάγησαν έκτοτε οι μουσικοί του κόπου της αντιγραφής των μελών.

Ιστορίται δε ότι Μανουήλ ο τότε Πρωτοψάλτης και άλλοι μουσικοί μεγάλως αντέστησαν εις την μεταρρύθμισιν ταύτην της παρασημαντιικής. Και αυτός ο τότε Πατριάρχης Κύριλλος ο από Αδριανουπόλεως συμφρονών κατ’ αρχάς τω Πρωτοψάλτη Μανουήλ αντέστη εις την παραδοχήν της νέας παρασημαντικής, αλλ’επί τέλους επείσθη υπό του μητροπολίτου Εφέσου Διονυσίου, και ούτω διέταξεν επισήμως την εισαγωγήν της νέας μεθόδου εις τα πατριαρχεία και εις το κλίμα του οικουμενικού θρόνου. Υπήρξαν και οι δογματίζοντες ότι οι τρεις διδάσκαλοι εις το πρακτικόν μέρος απέτυχον, ως μεταδόντες ημίν πλημμελή δήθεν και εσφαλμένην μετάφρασιν των αρχαίων εκκλησιαστικών μελωδιών· αλλ’η δόξα αύτη είναι όλως πεπλανημένη, αφού πολλοί από τού 1816 μέχρι του 1830, εν οις και ο Πρωτοψάλτης Κωνσταντίνος ο Βυζάντιος, επέμενον μη παραδεχόμενοι το νέον γραφικόν σύστημα. Επί όλην δε εικοσαετίαν πολλοί των μουσικών έψαλον δεξιόθεν εκ βιβλίων γεγραμμένων δια της παρασημαντικης Πέτρου του Πελοποννησίον, αριστερόθεν δε εκ των του νέου συστήματος ή και τανάπαλιν, και όμως oυδείς αυτών διετύπωσε παράπονα προς τον έτερον ως κακώς απαγγέλλοντα τα μέλη.

Γενικώς δε είναι παραδεδεγμένον οτι το νέον σύστημα διηυκόλυνε το πρακτικόν μέρος της μουσικής· υπολείπεται όμως ως προς την θεωρητικήν σπουδαιότητα της αρχαίας μεθόδου, καθότι η μουσική κλιμαξ υπό θεωρητικήν ή επιστημονικήν έποψιν είναι ελλιπής πράγματι, ουχί δε και υπό πρακτικήν, διότι της φύσεως εχούσης μίαν διαπασων και μίαν αντιφωνίαν, oι μουσικοί εκτελούσι πληρέστατα την φυσικήν διαπασών κατά τους κανόνας της φύσεως. Το Μέγα Θεωρητικόν του Χρυσάνθου θα ήτο το εντελέστερον, αν ο συγγραφεύς αυτού είχε πλείονας γνώσεις της ευρωπαϊκής μουσικής, μείζονα δε οικειότητα εις τους μαθηματικούς υπολογισμούς. Εκ μεν των μαθημαστικών, ήθελεν εννοήσει κάλλιον τους αρχαίους και νεωτέρους συγγραφείς εις το περί Κατατομής του Κανόνος, και δεν ήθελε περιπλέξει τους γεωμετρικούς προς τους αριθμητικούς λόγους, εξ oυ προήλθεν η μη ορθή καταμέτρησις των διαστημάτων· εκ δε της ακριβούς γνώσεως, της ευρωπαϊκής μουσικής και εις την έκθεσιν των θεωρημάτων ήθελε γίνει σαφέστερος , και πολλά ανερμήνευτα μείναντα, και ιστορικώς και επιστημονικώτερον ήθελον ερμηνευθή. Αλλ’οπωσδήποτε το σύγγραμμα του Χρυσάνθου είναι εν βοήθημα προς μελέτην της καθ’ημάς μουσικής, ο δε συγγραφεύς αυτού είναι άξιος εθνικής ευγνωμοσύνης, εάν αποβλέψωμεν ιδία εις τον χρόνον, καθ’ον συνέγραψε, και τα ολίγα βοηθήματα, α έσχεν υπ’όψιν. Η τω 1881 συστάσα Μουσική Επιτροπή του Οικουμενικού Πατριαρχείου εν εκθέσει αυτήςπρος την Ιεράν Σύνοδον ως εξής κρίνει την θεωρητικήν εργασίαν των εφευρετών της νέας μεθόδου: «Το έργον των τρών διδασκάλων υπήρξεν αληθώς μέγα· αλλ’όσον μέγα και αν υπήρξεν ουδόλως εθεράπευσε την ουσιωδεστέραν των ελλείψεων, εξ ης έπασχε και πάσχει η ανατολική μουσική εν γένει και ιδίως η ημετέρα Εκκλησιαστική. Η έλλειψις αύτη εστίν η απουσία τεχνικού μέσου προς επιστημονικήν καταμέτρησιν και εξακρίβωσιν των τονιαίων διαστημάτυων. Τα διαστήματα ταύτα ώρισε μεν ο Χρύσανθος δια της χορδής, αλλ’η εργασία αύτη, άλλως τε εν πολλοίς εσφαλμένη, εστίν ατελής, απολήγει δ’εις ιδανικήν διαίρεσιν της κλίμακος εις 68 ελάχιστα τμήματα· και ορίζονται μεν διά του αριθμού των τμημάτων oι διάφοροι τόνοι της κλίμακος, αλλ’ουδέν πρακτικόν μέρος βοηθεί τον μουσικόν εις την εφαρμογήν της ακριβούς θεωρίας εν τη φαντασιώδει και αορίστω ταύτη εργασία».

Περί των τριών εφευρετών της νέας μεθόδου.

Εκ των τριών εφευρετών της νυν εν χρήσει γραφικής μεθόδου, Γρηγορίου, Χουρμουζίου και Χρυσάνθου, τα κατά τον βίoν του Γρηγορίου Λευΐτου ιστορήσαντες εις το «Περί των μετά την άλωσιν Πρωτοψαλτών της αγιωτάτης Μεγάλης Εκκλησίας Κων/πόλεως» Κεφάλαιον της παρούσης βίβλου, ερχόμεθα ήδη να πραγματευθώμεν περί των λοιπών αλήστου και ενδόξου μνήμης ανδρών.

Χουρμούζιος Χαρτοφύλαξ της Μ.Εκκλησίας ο τουπίκλην «Γιαμαλής», ως έχων περί τον κρόταφον μέλαν τι κρεατώδες εξοίδημα. Εγεννήθη εις την κατά την Προποντίδα νήσον Χάλκην, μαθητής γενόμενος Ιακώβου του Πρωτοψάλτου και Γεωργίου του Κρητός, εχοροστάτησεν ως α΄ψάλτης εν τη εν Ταταούλοις ιερά εκκλησία του αγίου Δημητρίου, εν τη εν Γαλατά του αγίου Ιωάννου και εν τη κατά Βαλατάν του σιναϊτικού μετοχίου, διετέλεσε δε και διδάσκαλος επί όλην εξαετίαν της από του 1815-1821 λειτουργησάσης πατριαρχικής Μουσικής Σχολής. Ο όντως χαλκέντερος αναδειχθείς Χουρμούζιος, επί οκτακαίδεκα έτη φιλοπόνως εργασθείς ηρμήνευσε πάντα τα μουσουργήματα των αρχαίων μουσικών, των από Ιωάννoυ του Δαμασκηνού μέχρι Μανουήλ του Πρωτοψάλτου ακμασάντων, άπερ εις εβδομήκοντα τόμους ανερχόμενα, ηγοράσθησαν τω 1838 παρά Αθανασίου του πατριάρχου Ιεροσολύμων, έτυχον δε φιλοκάλου μερίμνης παρά Κυρίλλου του Β΄ πρωθιεράρχον της Σιωνίτιδος Εκκλησίας, του και εις ολιγωτέρους τόμους ταύτα συμπήξαντος και διατάξαντος πολυτελώς να δεθώσι και να τεθώσιν εις την εν Φαναρίω βιβλιοθήκην του Παναγίου Τάφου, ένθα και σώζονται άχρι τούδε. Συνέγραψεν εγχειρίδιον εισαγωγής εις το πρακτικόν μέρος της Μουσικής, έτερον μεγαλείτερον εις το θεωρητικόν, και εν ογκώδες σημειωματάριον περιέχον κατ’εκλογήν τα άριστα του αρχαίου και νέου μουσικού συστήματος. Εμέλισε «Μακάριος ανήρ». «Είδομεν το φως» οκτάηχον, «Ρόδον το αμάραντον» οκτάηχον, ο «Ο ευσχήμων Ιωσήφ», κρατήματα, πολυελέους, ανoιξαντάρια, δοξολογίας, στιχολογίας των εσπερίων κατ’ήχον, στιχολογίας των Αίνων κατά τους οκτώ ήχους, αντίφωνα αργά και σύντομα κατ’ήχον, Τυπικά εις ήχον Βαρύν κατά το διατονικόν γένος, μίαν σειράν χερουβικά και κοινωνικά των Κυριακών και άλλα κοινωνικά του ενιαυτού έντεχνα, το μέγιστον στιχηρόν «Kύριε η εν πολλαίς αμαρτίαις» και άλλα, χρησιμεύοντα μάλλον εις μελέτην και εκγύμνασιν των μουσικών ή προς το ψάλλειν εν τη εκκλησία. Ηρμήνευσε και εξέδωκεν εις δευτέραν έκδοσιν το Αναστασιματάριον (ου τους αναστασίμους κανόνας και τα κατανυκτικά εμέλισεν ο ίδιος) Πέτρου του Πελοποννησίου, ηρμήνευσε και εξέδωκε το αργοσύντομον Ειρμολόγιον των Καταβασιών του αυτού Πέτρου του Πελοποννησίου, το δίτομον Δοξαστάριον ή αργόν Στιχηράριον κατά μίμησιν Ιακώβου του Πρωτοψάλτου (εκδοθέν τω 1859), και την συλλογήν των Ιδιομέλων Mανουήλ του Πρωτοψάλτου. Εξέδωκε πρώτος τω 1828 την δίτομον Ανθολογίαν της Μουσικής, ης τα περιεχόμενα είναι πρωτότυπα, ως και το βιβλίον του εξ Εβραίων Νεοφύτου. Επεθεώρησε διορθώσας την συλλογήν των αραβοτουρκικών ασμάτων, την καλουμένην «Ευτέρπην» του χανενδέ Ζαχαρίου. Ταύτα δε πάντα εγένοντο μετά θαυμασίας υπομονής υπό του φιλοπονωτάτου Χουρμουζίου, καίπερ υπό πενίας κατατρυχομένου. Απεβίωσεν εν Χάλκη τω 1840.

Χρύσανθος Προύσης μητροπολίτης, μαθητής του Πρωτοψάλτου Πέτρου του Βυζαντίου, κάτοχος της ελληνικής, λατινικής και γαλλικής γλώσσης, άριστος μουσικός, εγκρατής τυγχάνων εν μέρει και της ευρωπαϊκής και αραβοπερσικής μουσικής, και χειριζόμενος δεξιώς τον ευρωπαϊκόν πλαγίαυλον και το αραβοπερσικόν νέϊ. Επεσκέφθη διαφόρους βιβλιοθήκας και εμελέτησεν ιδία τα περί της θεωρίας της μουσικής συγγράμματα τα από Ιωάννου του Δαμασκηνού μέχρι Μανουήλ Δούκα Χρυσάφου του παλαιού. Αρχιμανδρίτης ων διαβληθείς εις τα πατριαρχεία ως εφαρμόζων μονοσυλλάβους φθόγγους επί των κλιμάκων των ήχων και ως γράφων εξηγηματικώτατα τα παρά των αρχαίων μεμελισμένα μέλη, εξωρίσθη εις την πατρίδα αυτού Μάδυτον, ένθα εδίδασκε την μουσικήν διά της παραλλαγής των μονοσυλλάβων φθόγγων εις πολλούς φιλομούσους, oίτινες εξεμάνθανον την ιεράν τέχνην εντός δεκαμήνου διαστήματος, ενώ oι ακολουθούντες την παραλλαγήν του αρχαίoυ συστήματος εντός δεκαετίας. Απηλλάγη δε της εξορίας ως εξής: Ο τότε μητροπολίτης Ηρακλείας Μελέτιος μεταβάς μίαν των εορτών προς επιθεώρησιν της εν τη συνoικία Τσιβαλίου οικοδομουμένης οικίας αυτού και ακoύσας των εκ Μαδύτου τεκτόνων, ψαλλόντων επιτυχώς εν τη ανωτάτη της οικίας οροφή τα έντεχνα μαθήματα, ένεφανίσθη ενώπιον αυτών και επηρώτησεν αυτούς πόθεν ορμώνται, παρά τίνος εδιδάχθησαν την μουσικήν και πώς δύνανται νεαροί όντες να ψάλλωσιν ευχερώς τα δύσκολα λεγόμενα μαθήματα. Μαθών δε παρά των τεκτόνων ότι την μουσικήν εδιδάχθησαν εν Μαδύτω υπό του συμπατριώτου αυτών Χρυσάνθου του αρχιμανδρίτου, του χρήσιν ποιουμένου εν τη διδασκαλία της ιεράς τέχνης μεθόδου λίαν ευκόλου, συνησθάνθη το προς τον Χρύσανθον γενόμενον αδίκημα και ενήργησε την ανάκλησιν αυτού εις Κων/πολιν. Η δε Ιερά Σύνοδος πεισθείσα περί της σπουδαιότητος της μεθόδου του Χρυσάνθου διέταξεν αυτόν να παραλάβη ως συνεργάτας μεθ’εαυτού Γρηγόριον τον Λαμπαδάριον και Χουρμούζιον τον ιεροψάλτην, μεθ’ων και πρότερον συνειργάσθη, και να προβή εις ανάλυσιν της γραφής και συστηματοποίησιν των κλιμάκων των ήχων, και εις ίδρυσιν Μουσικής Σχολής. Η Μ. Εκκλησία αμείβουσα τους υπέρ της μουσικής κόπους του αρχιμανδρίτου και την επί όλην εξαετίαν (1815-1821) ευδόκιμον αυτού διδασκαλίαν εν τη Μουσική Σχολή, εν η την θεωρίαν της μουσικής εδίδαξεν, προήγαγεν αυτόν εις μητροπολίτην Δυρραχίου. Ο Χρύσανθος εκ Δυρραχίου μετέβη εις Σμύρνην, και εκείθεν εις Προύσαν, ένθα και απέθανε τω 1843. Συνέγραψεν εγχειρίδιον του θεωρητικού και πρακτικού μέρους της εκκλησιαστικής μουσικής, όπερ εξετυπώθη τω 1821 εν Παρισίοις, ως και το Μέγα Θεωρητικόν της Μουσικής, διαιρούμενον εις δύο μέρη, το θεωρητικόν και το ιστορικόν, εκδοθέν δε μετά πολλών κόπων εν Τεργέστη τω 1832 υπό Παναγιώτου του Πελοπίδα, και θεωρούμενον ως πηγή, εξ ης πάντες oι επιχειρούντες να γράψωσι περί μουσικής υπό οιανδήποτε έποψιν δύνανται ν’αρυσθώσι σπουδαίαν ύλην. Ο Χρύσανθος εποίησε πολλά και ποικίλα ποιήματα, και διά μεν της ευρωπαϊκής μουσικής εμέλισεν, όσον ενήν, διάφορα μουσουργήματα της εκκλησιαστικής μουσικής, δια δε των ημετέρων χαρακτήρων διάφορα μαθήματα της ευρωπαϊκης μουσικής. Τα έργα του μουσικού ιεράρχου εγένοντο παρανάλωμα του πυρός κατά τινα πυρκαϊάν.

Oι μαθηταί των εφευρετών της νέας μεθόδου.

Πέτρος Εφέσιος, λόγιος μουσικός, εγκρατής της τε αρχαίας και νέας μουσικής μεθόδου και της εξωτερικής μουσικής, μαθητεύσας παρα Γεωργίω τω Κρητί και παρά τοις τρισί διδασκάλοις εν τη τω 1815 ιδρυθείση πατριαρχική Μουσική Σχολή. Εφεύρε τον μουσικόν τύπον κατασκευάσας τα στοιχεία των μουσικών χαρακτήρων και απαλλάξας τους μουσικούς του κόπου του αντιγράφειν. Ηρμήνευσε και εξέδωκε το πρώτον εν τω εν Βλαχία νεοσυστάτω τυπογραφείω το πρωτότυπον Αναστασιματάριον και το πρωτότυπον σύντομον Στιχηράριον ή Δοξαστάριον Πέτρου του Πελοποννησίου τω 1820. Ο Εφέσιος διετέλεσε διδάσκαλος εις την ηγεμονικήν Μουσικήν Σχολήν του Βουκουρεστίου, ένθα και απέθανε τω 1840. Εμέλισε χερουβικά και κοινωνικά των Κυριακών κατά τους οκτώ ήχους, δοξολογίας και ασματικά έντεχνα, οκτώ «Άξιον εστίν ως αληθώς», τα οποία εδημοσιεύθησαν μετά των λοιπών ποιημάτων αυτού μεταπεποιημένα και δι’αναλυτικής γραφής παρά Γεωργίου πρωτοψάλτου Φιλιππουπόλεως, του και οικειοποιηθέντος και ταύτα εν τη διά κοκκίνων χαρακτήρων εκτυπωθείση Ανθολογία αυτού.

Γρηγόριος ο Χίος, ιεροδιάκονος, εγεννήθη τω 1780, διδάξας μετά Πέτρου του Εφεσίου εις την εν Βουκουρεστίω Moυσικήν Σχολήν τω 1819, ότε και ανέλαβον αμφότεροι να εκδώσωσι Μουσικήν τινα Βιβλιοθήκην, χορηγούντος του ευγενεστάτου άρχοντος Μεγάλου Βορνίκου Γρηγορίου Μπαλλιάνου. Ο Γρηγόριος ην εγκρατής ου μόνον της παλαιάς αλλά και της νέας γραφικής μεθόδου, ην εδιδάχθη εις την Μουσικήν Σχολήν υπό των τριών διδασκάλων. Τώ 1816 προσεκλήθη εκ Κων/πόλεως ίνα ψάλλη εν τω μητροπολιτικώ ναώ του Ιασίου ως Πρωτοψάλτης και ινα διδάσκη εν τη εκείσε τότε ιδρυθείση Μουσική Σχολή.

Αθανάσιος Χρηστόπουλος, ανήρ λογιώτατος, ποιητής και μουσικός ευδόκιμος. Γεννηθείς εν Καστορία τω 1770, εξεπαιδεύθη εν Βλαχία, Πέστη και Παταβίω, διατελέσας διδάσκαλος και σύμβουλος διαφόρων ηγεμόνων της Βλαχίας. Μαθητής εγένετο διαφόρων μουσικών, ως και των τριών διδασκάλων της νέας μεθόδου, παρ’ων εδιδάχθη και την πανδουρίδα. Διέμεινεν εφ’ικανόν εις Κων/πολιν, οπόθεν μετέβη εις την Ελλάδα, εξ ης επανελθών εις Βλαχίαν ετελεύτησεν εν Βουκουρεστίω τω 1817.

Βασίλειος Στεφανίδης, ιατροφιλόσοφος και της μουσικής εγκρατέστατος. Ήκμασε περί τα τέλη του ΙΗ΄μ.Χ. αιώνος, γεννηθείς εν Νεοχωρίω του Βοσπόρου. Τα μουσουργήματα αυτού έγραψεν εις την παρασημαντικήν Πέτρου του Πελοποννησίου, καίτoι ακουστής εγένετο των τριών διδασκάλων της νέας μεθόδου. Συνέγραψε λατινιστί και Θεωρητικόν Μουσικής, όπερ εν Φλωρεντία τω 1791 εξέδωκεν υπό τον τίτλον «Αρμονικά». Τό ελληνιστί γραφέν Θεωρητικόν υπό τον τίτλον «Σχεδίασμα περί Μουσικής ιδιαίτερον Εκκλησιαστικής εν έτει 1819» εδημοσιεύθη εν τω Ε΄τεύχει του Περιοδικού του εν Κωνσταντινουπόλει Εκκλησιαστικού Μουσικού Συλλόγου εκ χειρογράφου σωζομένου παρά τω Γεωργίω Βιολάκη, Πρωτοψάλτη της Μεγάλης Εκκλησίας.

Ευτύχιος Γεωργίου ο Ουγουρλούς επωνυμούμενος, εγεννήθη εν Καισαρεία της Καππαδοκίας, εδιδάχθη δε την αρχαίαν παρασημαντικήν παρά Γεωργίου του Κρητός και Μανουήλ του Πρωτοψάλτου, την δε νέαν παρά Γρηγορίου του Λευΐτου. Επί ικανά έτη έψαλλεν εις την εν Κοντοσκαλίω Κων/πόλεως εκκλησίαν της αγίας Κυριακής, υμνών τον Κύριον ως εκ της μεγάλης αυτού ευλαβείας oυ μόνον κατά τας Κυριακάς και εορτάς, αλλά και κατά τας λοιπάς ημέρας της εβδομάδος, πλην των Παρασκευών, καθ’ας μετέβαινεν εις τον κατά Βαλουκλή ναόν της Ζωοδόχου Πηγής, ένθα ουχί σπανίως και έψαλλε. Περί τα τέλη του βίου αυτού μοναχός γενόμενος μετέβη εις Χίον, ένθα αγοράσας ιδιωτικόν μοναστήριον δι’ ιδίων χρημάτων, εμόναζεν άχρι του 1866, ότε μετέστη προς Κύριον. Εμέλισε το «Την γαρ σην μήτραν» εις ήχον Πλ. Δ΄, και οκτώ ειρμούς καλοφωνικούς κατά τους οκτώ ήχους, οίτινες εξηγηθέντες εδημοσιεύθησαν υπό Θεοδώρου του Φωκαέως.

Απόστολος Κρουστάλας, Xίoς, λογιώτατος μουσικός, γνώστης δε βαθύς της τε παλαιάς και νέας μεθόδου και της πανδουρίδας, μαθητής γενόμενος Πέτρου του Βυζαντίου, Γεωργίου του Κρητός και των τριών διδασκάλων. Διεκρίνετο και ως καλλιγράφος πάμπολλα γράψας χειρόγραφα μουσικά βιβλία, παλαιά τε και νέα. Εμέλισε διάφορα, μελοποιήματα, εξ ων διακρίνονται το χερουβικόν των Προηγιασμένων εις ήχον Α΄τετράφωνον, και μία δοξολογία εις ήχον Πλ.Δ΄, ης το ασματικόν θεωρείται εμμελέστατον. Απέθανε πενέστατος τω 1840.

Αθανάσιος Σελευκείας ιεράρχης, εγεννήθη περί τα τέλη του ΙΗ' αιώνος εν Λευκωσία της Κύπρου, απεβίωσε δε εν πρεσβυτική ηλικία τω 1850 εν Κων/πόλει. Λόγιος μουσικός, εντριβής περί τε την θεωρίαν και πράξιν της μουσικής, γνώστης δε του τε αρχαίου και νέου μουσικού συστήματος και της αραβοπερσικής μουσικής. Μαθητής υπήρξε Γεωργίου του Κρητός και της πατριαρχικης Μουσικής Σχολής, εν η εδίδασκον οι τρεις διδάσκαλοι. Ηρμήνευσε το Αργόν και Σύντομον Ειρμολόγιον των Καταβασιών και τα άλλα ειρμολογικά είδη Πέτρου του ΙΙελοποννησίου. Τα έργα του ιεράρχου τούτου περιήλθον εις χείρας του μαθητού αυτού Κυριακού Φιλοξένους του Εφεσιομάγνητος.

Πέτρος Συμεών Αγιοταφίτης, ο πεφημισμένος πρωτοψάλτης του εν Φαναρίω Κων/πόλεως ιερού ναού του αγιοταφιτικού μετοχίου, Βυζάντιος την πατρίδα, μαθητής γενόμενος Γεωργίου του Κρητός, Μανουήλ του Πρωτοψάλτου και των εις την τω 1815 ιδρυθείσαν πατριαρχικήν Μουσικήν Σχολήν διδαξάντων τριών διδασκάλων. ΕΦημίζετο ως διατηρήσας απαραμείωτον το εκκλησιαστικόν και κατανυκτικώτατον μουσικόν ύφος του πρωτοψάλτου Μανουήλ, ως δυνάμενος να τηρη εν τη μνήμη αυτού πιστότατα τας γραμμάς αναριθμήτων ποιημάτων ενός εκάστου των αρχαίων μουσικοδιδασκάλων, και ως άριστος καλλιγράφος της μουσικής. Ως ο πρωτοψάλτης Πέτρος ο Φυγάς ηρμήνευσεν όσα αρχαία μουσουργήματα δεν προέλαβε να ερμηνεύση ο διδάσκαλος αυτού Πέτρος ο Πελοποννήσιος, ούτω και ο Πέτρος ο Αγιοταφίτης ηρμήνευσε πολλά λείψανα αρχαίων μουσουργημάτων, τα οποία δεν προέλαβον να ερμηνεύσωσιν οι τρεις διδάσκαλοι της νέας μουσικής μεθόδου. Εμέλισε μιαν συλλογήν Ιδιομέλων και Δοξαστικών όλου του ενιαυτού μετά των απολυτικίων και κοντακίων και άλλων διαφόρων ειρμολογικών μελοποιημάτων εις τόμον ογκωδέστατον, προσέτι μίαν σειράν χερουβικά κατά μίμησιν Πέτρου του Βυζαντίου, και τα ένδεκα Εωθινά αργότερα των του Πέτρου του Πελοποννησίου. Αναδείξας δε πολλούς μαθητάς, απεβίωσεν ογδοηκοντούτης τη 27 δεκεμβρίου τον 1861 σωτηρίου έτους.

Θεόδωρος Συμεών ο και Κοντός επωνυμούμενος ένεκα του σμικρού αναστήματος αυτού, αυτάδελφος Πέτρου του Αγιοταφίτου, και εκ των πρώτων μαθητών της νέας μουσικής μεθόδου, διακρινόμενος επί μεγαλοφωνία. Υπό του χανενδέ ντετέ Ισμαηλάκη εδιδάχθη την εξωτερικήν μουσικήν, ην ακoλούθως επιτυχέστερον της ημετέρας μουσικής εδίδασκε, φυλάττων όμως πιστώς το ύφος εκατέρας. Επί δεκαπενταετίαν εχοροστάτησεν εις την εν Βαλατά εκκλησίαν των Ταξιαρχών και επί δεκαοκταετίαν εις την της Κοιμήσεως της Θεοτόκου εν Διπλοκιονίω. Εμέλισε καλοφωνικούς ειρμούς και σχολικά άσματα, ανέκδοτα όντα. Ανέδειξε πολυαρίθμους μαθητας.

Θεόδωρος Φωκαεύς, περιώνυμος μουσικός, υιός Παράσχου ιερέως του εκ Φωκαίας της Εφέσου, μαθητής γενόμενος εις Μαγνησίαν μεν Γεωργίου του Κρητός, εις Κων/πολιν δε των τριών διδασκάλων της νέας μεθόδου εν τη πατριαρχική Μουσική Σχολή. Χοροστατήσας επί μακρόν εις τον εν Ταταούλοις ναόν του αγίου Δημητρίου και εις τον εν Γαλατά του αγίου Νικολάου, είτα εγκατέλιπε το του ιεροψάλτον επάγγελμα και ενησχολείτο διδάσκων κατ’οίκον την μουσικήν και εκδιδούς μουσικά βιβλία. Εξέδωκε πλείστα έργα των αρχαίων μουσικών εις διτόμους και τριτόμους Ανθολογίας, προβάς μάλιστα και εις β' γ' και δ' εκδόσεις αυτών. Δις εξέδωκε το Αναστασιματάριον Πέτρου του Πελοποννησίου, άπαξ δε το καλοφωνικόν Ειρμολόγιον Πέτρου του Μπερεκέτου. Συγγράψας επί τη βάσει του Θεωρητικού του Χρυσάνθου εξέδωκε την κατ’ερωταπόκρισιν Κρηπίδα της μουσικής θεωρίας, την «Μουσικήν Μέλισσαν», την «Πανδώραν», δίτομον συλλογήν ελληνικών και τουρκικών ασμάτων, και την «Ευτέρπην», συλλογήν ούσαν αραβοπερσικών ασμάτων του χανεντέ Ζαχαρίου. Εμέλισε και διάφορα εκκλησιαστικά άσματα, ων ένια ποοσκλίνουσί πως προς την εξωτερικήν μουσικήν, ης ην εγκρατέατατος. Απέθανεν εν Κων/πόλει τώ 1848.

Ζαφείριος Αποστόλου Ζαφειρόπουλος, πρωτοψάλτης εν τω εν Αθήναις ιερώ ναώ της αγίας Ειρήνης, λόγιος μουσικός, μαθητής γενόμενος Γεωργίου του Κρητός και είτα των τριών διδασκάλων της νέας μεθόδου εν τη Μουσική Σχολή, εξ ης αποφοιτήσας έλα6ε και πτυχίον. Εξέδωκεν εν Αθήναις, ένθα ευδοκίμως επί μακρόν εδίδαξε την μουσικήν, το Αναστασιματάριον Πέτρου του Πελοποννησίου, εξέδωκε δε τω 1842 και μελέτην κατά του Λεσβιακού συστήματος «Ο Γεώργιος Λέσβιος και το Λέσβιον αυτού σύστημα». Εμέλισε διάφορα μαθήματα· απέθανε δε εν Αθήναις τω 1851.

Πέτρος Γεωργίου Βυζάντιος, ανήρ μουσικώτατος, ως μαρτυρούσι τα εις την βιβλιοθήκην της εν Χάλκη Θεολογικής Σχολής δωρηθέντα πολυάριθμα μουσουργήματα αυτού, μαθητής γενόμενος Μανουήλ του Πρωτοψάλτου και Γεωργίου του Κρητός εις την αρχαίαν μέθοδον, και των τριών διδασκάλων εις την νέαν μέθοδον. Επί ικανά έτη έψαλλεν εις την εν Γαλατά Κων/πόλεως εκκλησίαν του αγίου Ιωάννου των Χίων, τω 1821 διωρίσθη πρωτοψάλτης του εν Τήνω ναού της Ευαγγελιστρίας, τώ 1830 μετέβη εις Αθήνας, ένθα έψαλλεν oυχί ως τακτικός ψάλτης αλλ’οικειοθελώς εις διαφόρους ναούς κατά τας μεγάλας εορτάς άνευ αμοιβής. Τω 1831 αποθανόντος Αντωνίου του Λαμπαδαρίου προσεκλήθη ο Πέτρος υπό του πατριάρχου Κωνσταντίου Α΄του από Σιναίου όπως καταλάβη την της Λαμπαδαρείας θέσιν, αλλ’ηρνήθη. Απέθανεν υπέργηρος τω 1875.

Χατζή Αφεντούλης Σαραντεκκλησιώτης, εγκρατέστατος ου μόνον της νέας μεθόδου, διδαχθείς ταύτην παρά των τριών διδασκάλων, αλλά και της αρχαίας εν μέρει, κάτοχος δε και της εξωτερικής μουσικής. Διετέλεσεν ιεροψάλτης εις τας εκκλησίας των επισημοτέρων ενοριών της Κων/πόλεως, απεβίωσε δε εν Επιβάταις της Θράκης τω 1835. Εμέλισε χερουβικά, κοινωνικά των Κυριακών και δοξολογίας κατά τους οκτώ ήχους, κρατήματα και άλλα διάφορα της ψαλμωδίας είδη.

Δωρόθεος Αγιοταφίτης, λογιώτατος και μουσικώτατος, αρχιμανδρίτης του Παναγίου Τάφου και ανεψιός Αθανασίου του Ιεροσολύμων, Βυζάντιος την πατρίδα, διακούσας την μεν φιλολογίαν παρά Νικολάω τω Λογάδη, την δε μουσικήν εν τη τω 1815 ιδρυθείση πατριαρχικη Μουσικη Σχολή. Απεβίωσε τω 1858.

Γενάδιος μοναχός, ο εκ Ραιδεστού, πρωτοψάλτης του εν Ιεροσολύμοις μεγάλου ναού της Αναστάσεως, διακρινόμενος επί μουσική εμπειρία και μεγάλη και στεντορεία φωνή. Μαθητής των τριών διδασκάλων. Απέθανε τω 1868 ογδοηκοντούτης περίπου την ηλικίαν. Εμέλισεν ωδάς, ύμνους και εν μακρόν και έντεχνον εγκώμιον εις τον Πατριάρχην Ιεροσολύμων Κύριλλον τον Β΄ προς ήχον Δ΄, εις ο συνέπεται και μακρόν κράτημα.

Άνθιμος Εφεσιομάγνης, ιεροδιάκονος, πρωτοψάλτης Μεσολογγίον και εκ των μαθητών των τριών διδασκάλων. Υπήρξε ζωγράφος και μουικό κάλλιστος, γινώσκων την τε αρχαίαν και νέαν μέθοδον και την εξωτερικήν μουσικήν, χειριζόμενος δε και διάφορα μουσικά όργανα. Ως πρωτοψάλτης εν Μαγνησία της Εφέσου εδίδαξε την μουνσικήν εις πολλούς πατριώτας αυτού. Επί της εποχής του Καποδιστρίου μετέβη εις Αίγιναν, ένθα εξήσκει τα του διακόνου καθήκοντα· εκείθεν προσεκλήθη ως διάκονος εις Μεσολόγγιον και τω 1832 μετέβη εις Ιθάκην διορισθείς ιεροψάλτης, ένθα διέμεινεν επί επταετίαν. Κληθείς δε είτα εις Μεσολόγγιον διετέλεσε ψάλλων μέχρι του θανάτου αυτού, συμβάντος τη 27 Δεκεμβρίου 1879. Εμέλισεν ύμνους, ειρμούς, μεγαλυνάρια και άλλα εις διάφορα μέλη. Ο Άνθιμος ην πεπροικισμένος διά σπανίας βαρυτόνου φωνής, λίαν μελωδικής, ευήχου και ευστρόφου, προσέτι αμίμητος εις την απαγγελίαν και παράστασιν της μουσικής· ψάλλων ίστατο ακίνητος μόνον των χειλέων κινουμένων· τα μαθήματα αυτού μαρτυρουσιν ότι ως μελοποιός συνεδύαζε διά τρόπου καταλλήλου το μέλος προς την έννοιαν των Τροπαρίων. Ο Άνθιμος διεκρίνετο και διά την σπανίαν ρώμην και ευκινησίαν, αστειότατος, ελεήμων, εν τη τραπέζη αυτού έχων πλήθος παρασίτων, και την μουσικήν διδάσκων δωρεάν. Περί αυτού φέρονται ανέκδοτα ιστορικά.

Γρηγόριος Βιζύης μητροπολίτης ο κατόπιν Xίoυ, υπήρξε μαθητής των τριών εφευρετών της νέας μεθόδου εν τη πατριαρχικη Μουσικη Σχολή, ως και oι κατωτέρω μνημονευόμενοι τρεις μητροπολίται, διεκρίθη δε και ως μουσικός έμπειρος. Απέθανε τω 1862.

Ζαχαρίας Βάρνης μητροπολίτης, ο και Φυγάς επικληθείς, διότι κατά τον Τουρκορρωσικόν πόλεμον τω 1828 υποδεξάμενος πανηγυρικώς εις Βάρναν τον αυτοκράτορα της Ρωσσίας, εδέησε να δραπετεύση εις Ρωσσίαν μετά την απόδοσιν της Βάρνης εις την Τουρκίαν. Είτα ο μουσικώτατος Ζαχαρίας εμόνασεν εν Άθω, ένθα και ετελεύτησε τω 1850. Εμέλισε κοινωνικά των Κυριακών συντομώτερα μεν των του πρωτοψάλτου Δανιήλ, αλλ’έντεχνα και άνευ κρατημάτων, τα οποία εστάλησαν τω 1835 προς Ιωάννην τον τότε Λαμπαδάριον (είτα, καί Πρωτοψάλτην γενόμενον) προς δημοσίευσιν. Υποτίθεται ότι ο Ιωάννης καλλωπίσας αυτά εδημοσίευσεν ως ίδια έργα εις την μονότομον Μουσικήν Ανθολογίαν αυτού.

Μελέτιος Σισανίου μητροπολίτης, Σμυρναίος την πατρίδα, λόγιος και μουσικός ιεράρχης, κεκοσμημένος και διά φωνής μελωδικής και λίαν ευστρόφου. Τα μουσικά έργα αυτού περιέχοντα μέλη νεοφανή και ασυνήθη, εξεδόθησαν κατά το έτος του θανάτου αυτού (1864) υπό Αβραάμ Θεοχαρίδου, αποτελέσαντα Moυσικήν Ανθολογίαν.

Προκόπιος Σωζοαγαθουπόλεως μητροπολίτης, απεβίωσεν ιδιωτεύων εν Πρίγκηπω τω 1884. Εμελοποίησε στίχoυς πολιτικούς και τινα της εκκλησιαστικής μουσικής μέλη.

Ζηνόβιος ιερομόναχος, Προυσαεύς την πατρίδα, μαθητής του Χρυσάνθου, αποθανών τω 1868 ιερατεύων εν Υψωμαθείοις. Άριστος καλλιγράφος των εκκλησιαστικών μελών και μουσικός μελίσας διάφορα έντεχνα άσματα.

Κωνσταντίνος Θαλίδης ο εκ Σωζουπόλεως, λυρικός ποιητής και μουσικός, κάτοχος του εν τη τω 1815 ιδρυθείση Μουσική Σχολή διδασκομένου νέου συστήματος ως και της ευρωπαϊκης μουσικής. Προσελήφθη ως μουσικός του εν Αθήναις παλατίου υπό του Όθωνος και της Αμαλίας, τιμηθείς και διά παρασήμων. Πολλά εποίησε και εμελοποίησrε. Πάσχων εκ ποδαλγίας μετέβη εις την πατρίδα αυτού, όπoυ και απεβίωσε τω 1867. Ο πολύτιμος πλαγίαυλος αυτού επωλήθη αντί διακοσίων λιρών Τουρκίας.

Παρθένιος Μικρόστομος, ιεροδιάκονος, διαπρεπής μουσικός, μαθητής γενόμενος Γρηγορίου του Λευΐτου και των χανεντέδων Ντετέ Ισμαηλάκη και Σταυράκη. Εγεννήθη τω 1804 εν τη εν Κων/πόλει συνoικία των Υψωμαθείων, ένθα και τα εγκύκλια μαθήματα εξέμαθε, διδάσκοντος Ιωσήφ μοναχου του Θεσπρωτού, παιδεύματος της εν Άθω Ακαδημίας και του γυμνασίον Κυδωνιών. Εχοροστάτησεν εις την εν Γαλατά ιεράν εκκλησίαν του Σωτήρος Χριστού, είτα δε επί 16 έτη εις την εν Υψωμαθείοις του αγίου Κωνσταντίνου. Απεβίωοε τω 1870. Εμέλισε τα ένδεκα Εωθινά εις το αργόν στιχηραρικόν είδος, αργότερα των του Πέτρου του Πελοποννησίoυ, μικρότερα δε των του Ιακώβου ΙΙρωτοψάλτου, μίαν σειράν χερουβικά έντεχνα και άλλα διάφορα εκκλησιαστικά άσματα. Έγραψε δε και το μέλος πολλών τουρκικών ασμάτων διά των χαρακτήρων της εκκλησιαστικής μουσικής.

Σωτήριος Βλαχόπουλος ο εκ Ταταούλων της Κωνσταντινουπόλεως, μαθητής Χουρμουζίου του Χαρτοφύλακος και γραμματεύς του χανεντέ Γεωργίου του Πάντζογλου. Εγκρατέστατος της ημετέρας μουσικής και της εξωτερικής, άμα δε και ηδυφωνότατος. Εδίδαξε την θεωρίαν της μουσικής εις την τω 1868 επί της πατριαρχείας Γρηγορίου του ΣΤ΄ ιδρυθείσαν πατριαρχικήν Μουσικήν Σχολήν, εξέδωκε δε τω 1848 την «Αρμονίαν», ήτις περιέχει διάφορα έντεχνα άσματα, ελληνικά και αραβοπερσικά. Απεβίωσε τώ 1870.

Γρηγόριος Καλαγάννης, λόγιος ιερεύς εκ Μιτυλήνης, γλωσσομαθής, μουσικός ευδόκιμος, εκμαθών την ημετέραν μουσικήν εις την τω 1815 ιδρυθείσαν Μουσικήν Σχολήν και διδάξας ταύτην εις την εν Βιέννη Μουσικήν Σχολήν και εις την εν Αθήναις Ριζάρειον Σχολήν. Απέθανε περί το 1870.

Κωνσταντίνος Ψαρουδάκης, Πρωτοψάλτης Κρήτης, μαθητής των τριών διδασκάλων εν τη Μουσική Σχολή εκ των λίαν διακεκριμένων. Ανέδειξεν εν Κρήτη πολλούς μαθητάς, απέθανε δε υπέργηρως κατά ιούλιον του 1884.

Αναστάσιος Ταπεινός, ο εξ Ύδρας, μουσικός καλλιφωνότατος και μελοποιός, μαθητής Γρηγορίου του Λευΐτου, ον και εμιμείτο άριστα· εις βαθύ γήρας εξεμέτρησε το ζην τω 1884, καταλιπών πολλά ανέκδοτα μουσικά έργα.

Γεώργιος Σκρέκος, εκ Θεσσαλίας ορμώμενος, μαθητής των τριών διδασκάλων, κάλλιστος μουσικός, χοροστατήσας εις σειράν ετών εν Πύργω της Ηλείας, ένθα και απεβίωσε τω 1884, υπερεβδομηκοντούτης. Τα μουσουργήματα αυτού μένουσιν ανέκδοτα.

Θεόδωρος Αριστοκλής, ο εκ Χάλκης της Προποντίδος, έγκριτος λόγιος και μουσικός, μαθητεύσας παρά Χουρμουζίω τω Χαρτοφύλακι. Εδίδαξεν εις την τω 1868 ιδρυθείσαν πατριαρχικήν Μουσικήν Σχολήν. Εις αυτόν οφείλονται τα καλά Προλεγόμενα της «Μουσικής Βιβλιοθήκης». Απεβίωσε τω 1880 εν Ταταούλοις.

Δημήτριος Βουλγαράκης, ο Μακεδών, εκ των μαθητών των τριών διδασκάλων, ιεροψάλτης της Θεσσαλονίκης, διαπρεπής επί μουσική εμπειρία και ηδυφωνία. Ανέδειξε πολλούς μαθητάς και διάφορα εμουσούργησε.

Φραγκίσκος Λιμπρίτης, εκ Κρήτης, γεννηθείς τω 1795, μουσικός και μελοποιός ευδόκιμος. Εδιδάχθη την μουσικήν κατά την αρχαίαν μέθοδον παρά Γεωργίου του Κρητός, κατα δε την νέαν παρά Γρηγορίον του Λευΐτoυ. Εδίδαξε την μουσικήν εν τη Μουσική Σχολή της Νέας Εφέσου, είτα και εις την εν Σάμω μονήν της αγίας Ζώνης. Έχει μεγάλης αξίας ανέκδοτον έργον υπό τον τίτλον «Εισαγωγή εις το θεωρητικόν και πρακτικόν της εκκλησιαστικής μουσικής». Εμέλισε και διάφορα μουσουργήματα. Απεβίωσε τη 10 Μαρτίου 1876.

Ονούφριος Βυζάντιος, ονομαστός ιεροψάλτης και μελοποιός, διακρινόμενος διά την ηδύτητα της φωνής και το πανηγυρικόν του ύφους αυτού. Εγεννήθη εν Μεγάλω Ρεύματι του Βοσπόρου τω 1807, μαθητεύσας εν τη πατριαρχική Μουσική Σχολή παρά Χουρμουζίω, Χρυσάνθω και Γρηγορίω και ιδίως παρά τω τελευταίω, παρ’ω και διέμενε. Την εξωτερικήν μουσικήν εδιδάχθη υπό του χανεντέ Ντετέ Ισμαηλάκη. Εχοροστάτησεν από του 1824 μέχρι του 1871 εις διαφόρους εκκλησίας της αρχιεπισκοπής Κων/πόλεως (αγίων Θεοδώρων Βλάγκας 1824-1831, αγίου Ιωάννου Γαλατά μέχρι του 1837, αγίου Κωνσταντίνου Υψωμαθείων μέχρι τον 1838, Παναγίας Διπλοκιονίου μέχρι του 1840, αγίoυ Κωνσταντίνον Πέραν μέχρι, του 1842 και αγίου Δημητρίου Ταταούλων μέχρι του 1871), αποθανών εν Ταταούλοις τη 10 Φεβροναρίου του 1871 εν ηλικία 64 ετών. Εμέλισε πολλά μουσουργήματα εκκλησιαστικά, ων τα πλείστα ανέκδοτα, ως και άσματα εξωτερικά και σχολικά. Έσχε πολλούς μαθητάς, επεστάτησε δε και εις την Δ΄έκδοσιν της τριτόμου Ανθολογίας Θεοδώρου του Φωκαέως, κατά παράκλησιν αυτού. Έτυχε της ευνοίας και εκτιμήσεως ου μόνον πατριαρχών και αρχιερέων, αλλά και αυτού του Σουλτάνου Απτούλ Αζίζ, όστις και διά δεκακισχιλιογρόσου δώρου ετίμησεν αυτόν. Ειργάσθη εις τον τω 1863 ιδρυθέντα εν Πέραν Εκκλησιαστικόν Μουσικόν Σύλλογον, και εδίδαξεν εις την τω 1868 ιδρυθείσαν Μουσικήν Σχολήν.

Νικόλαος Γεωργίου, πρωτοψάλτης Σμύρνης επί 53 έτη διατελέσας, ωρμάτο εκ Καβάλλας, μαθητής των τριών διδασκάλων. Διεκρίθη ο διάσημος ούτος μουσικός διά την άκραν αυτού φιλοπονίαν, και διά το μουσικόν αυτού τάλαντον. Τα κατ’έννοιαν εν πολλοίς μεμελισμένα εκκλησιαστικά μαθήματα αυτού, ως έχοντα ύφος παρεκκλίνον εκ των αρχαίων σοβαρών μουσικών γραμμών, δεν έτυχον της επιδοκιμασίας της Μ. Εκκλησίας. Ουχ ήττον ταύτα εισίν αληθή εντρυφήματα των τε εξ επαγγέλματος ιεροψαλτών και των ερασιτεχνών της μουσικής ημών, διότι τινά εξ αυτών περικλείουσι θησαυρούς πρωτοτύπων εμπνεύσεων και δείγματα εξόχου μουσικής τέχνης. Εμέλισεν άπασαν σχεδόν την σειράν των εγκυκλίων μουσικών μαθημάτων, εξεδόθησαν δε ζωντος έτι αυτού Δοξαστάριον, το Τριώδιον, το Πεντηκοστάριον και αι ακολουθίαι των 12 μηνών υπό του εγγόνου αυτού Ν. Γ. Βλαντιάδου εκδίδοται το «Αργόν και σύντομον Αναστασηματάριον» αυτoύ. Ανέδειξε πολλούς μαθητάς. Απέθανε κατά Νοέμβριον του 1887 εκατοντούτης περίπου.

Δημήτριος Αντωνιάδης, Βυζάντιος, μαθητής Νικολάου του πρωτοψάλτου Σμύρνης και γνώστης του γραφικού συστήματος Γεωργίου του Λεσβίου. Επί της πρωτοψαλτείας Κωνσταντίνου του Βυζαντίου διετέλεσε Β΄δομέστικος της Μ. Εκκλησίας, είτα προσελήφθη εις την εν ΙΙέραν εκκλησίαν των Εισοδίων, ένθα και έψαλλεν επί 43 όλα έτη μέχρι γήρως βαθυτάτου. Εδίδαξε την μουσικήν εις την τω 1868 ιδρυθείσαν Μουσικήν Σχολήν. Εξέδωκε δαπάναις αυτού μετά του πρωτοψάλτου Σταυράκη Γρηγοριάδου και Ιωάσαφ Ρώσσου την «Μουσικήν Βιβλιοθήκην», εν η επρόκειτο να εκτυπωθώσι κατά τόμους πάντα τα εκκλησιαστικά μέλη παλαιά τε και νέα, αλλά μετά την έκδοσιν των δύο πρώτων τευχών, εν οις περιελήφθη το αργόν Αναστασιματάριον Ιωάννου του Δαμασκηνού, το έργον εναυάγησεν, άτε δε του Σταυράκη αποθανόντος, του δε Δημητρίου νοσήσαντος. Σώζονται του διαπρεπούς τούτου μουσικού εξαίρετα ανέκδοτα μουσουργήματα.

Γεώργιος Κωνσταντίνου Πηλέλης, πρωτοψάλτης Ιωαννίνων διατελέσας επί πολλά έτη και τιμήσας την Μουσικήν Σχολήν των τριών εφευρετών της νέας μεθόδου, ης τρόφιμος εγένετο. Πολλά έργα εμελοποίησεν. Απέθανε δε τω 1885 καταλιπών ανέκδοτον Θεωρητικόν της καθ’ημάς μουσικής. Εδημοσίευσέ τινα υπερ της πατρίου μουσικής και εν τη εν Αθήναις άλλοτε εκδιδομένη θρησκευτική εφημερίδι «Σιών». Ανέδειξε και ικανούς μαθητάς.

Ιωάννης Ζωγράφου Κεΐβελης, ονομαστός μουσικός και καλιφωνότατος, εγκρατής και της αραβοπερσικής μουσικής. Εξέδωκε κατά μίμησιν της «Πανδώρας» και «Ευτέρπης» το «Απάνθισμα» αυτού, εις ο υπάρχουσι διάφορα εξωτερικά έντεχνα άσματα, παλαιά τε και νεώτερα. Μαθητής εγένετο εν μεν τη εκκλησιαστική μουσική του Γρηγορίου Λευΐτου, εν δε τη εξωτερική χανεντέ τινος. Εχοροστάτησε